Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Love Vintage

Την Κυριακή το απόγευμα πήγα στο go Vintage party στο Barrister. Μουσική και styling από παλιές εποχές είχαν κατακλύσει το μαγαζί.




Όλοι οι fashionistas της πόλης, λάτρεις του vintage ήταν παρόντες.




Το κέφι και η διασκέδαση, ένα mix up περασμένων δεκαετιών με έκανε να ονειρευτώ εποχές μακρινές που δεν έχω ζήσει.




Βέβαια ποτέ δεν είναι αργά αφού το vintage επέστρεψε στη μόδα.




Γι' αυτό μη χάνεται χρόνο, βάλτε το στην καθημερινότητα σας με μουσικές, συνήθειες, ρούχα. Ξεθάψτε από τα μπαούλα της γιαγιάς αναμνήσεις και ξεχωρίστε στο σήμερα με vintage αέρα.



Το vintage είναι πάθος. Όσοι αγαπούν τα 30's,...., 80's το ξέρουν!

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Μα δε γυρνάς καθόλου…

[Η Τελευταία]



(Είναι εδώ; Είναι εκεί; Εφυγε; Θα' ρθει; Πού είναι; Η τελευταία;)

Α! Το δάσος πέρα. Ενα τραπεζάκι κάτω από τ' απόμερο πεύκο. Και η νύχτα που ερχόταν σιγά σιγά για να μην τη νιώσουμε. Η βοή του βραδινού ανέμου στα κλαδιά. Τα λόγια που έλειπαν. Τα χέρια ωχρά. Τα μάτια και τ' αστέρια. Μεσάνυχτα. Τίποτε απ' όλα δεν είχε ειπωθεί.

(Ψέματα; Ψέματα; Παιχνίδι φιλαρέσκειας; Περιέργεια; Εγωισμός;)

Κι άλλοτε η θάλασσα. Τα πλοία που έφευγαν στον ορίζοντα παίρνοντας τα όνειρά μας. Ο φλοίσβος μα τις υποσχέσεις του. Εκεί πάνω στο βράχο τ' άφθονα και ανεξήγητα δάκρυα. Η μοναξιά στο απέραντο. Τα φιλιά. Η ψυχή...

(Τίποτε; Τίποτε; Παιδικότητες; Ρομαντισμός; Αυταπάτη;)

Aλλες φορές η αυγή αναπάντεχη και προδοτική. Από δρομάκια το κουραστικό γύρισμα. Οι πρώτοι θόρυβοι της ημέρας. Η γλυκιά μεταμέλεια στο πρόσωπο που φωτιζόταν ολοένα. Το χαίρε...

(Eφυγε; Δε θα' ρθει πια; Τελευταία;)



"Η Τελευταία" είναι πεζό κείμενο του Κωνσταντίνου Καρυωτάκη προφανώς δοσμένο στην Μαρία Πολυδούρη. Το βίντεο είναι από την σειρά Κ. Γ. Καρυωτάκης που προβλήθηκε το 2009 από την ΕΤ1.




Τρία χρόνια ύστερα
Το ίδιο ερώτημα σβήνει στα μάτια μας όταν τυχαία συναντηθούμε στο δρόμο… μ’ αντιπερνάμε χωρίς καμιά δύναμη να πάρουμε το δρόμο που αφήσαμε πίσω μας…
Γυρνώ μονάχα και τον κοιτάζω πάντα το δρόμο που αφήσαμε. Είναι μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες και φρίκη… είναι τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος… κι’ όμως - θεέ συγχώρεσε με - θα τον έπαιρνα με την καρδιά γεμάτη δάκρυα και μεταμέλεια…
Με την καρδιά δεμένη με τα σίδερα της αμαρτίας θα ξεκινούσα να σε βρω, μοναδική κι’ αξέχαστη μου αγάπη…
Δεν έχω τίποτε άλλο στη ζωή μου τόσο γλυκό, τόσο όμορφο που θα μου δικαιώνει τη ζωή, κι’ ο θεός θα με συχωρούσε… θα με συχωρούσες και συ φίλε που γεύομαι στης άδολης χαράς σου το ποτήρι βέβηλα… ανόσια… θα με συχωρούσες… το ξέρω…
Γυρνώ κι’ αναμετρώ το δρόμο πάντα. Γύρισε προς ’μένα το κεφάλι στην άκρη εκεί που βρίσκεσαι, κι’ ούτε ένα βήμα μην κάνεις εσύ στο δρόμο της αμαρτίας, θα πάρω μόνη μου στις αχαμνές μου πλάτες το φορτίο και θα ρθω… μόνο βλέπε με καθώς θα ρχομαι, μην πάρεις τα μάτια σου από μένα και πνιγώ μέσ’ στο σκοτάδι…
Δεν θέλω τίποτε άλλο, μόνο να φτάσω, να σταθώ κοντά σου τόσο που φτάνει για να ιδώ… να ιδώ το πρώτο βλέμμα σου εκείνο που μου ’ριχνες σαν έφτανα… τις μικρούλες όλες εκείνες ρυτίδες στο πρόσωπό σου… ω, ξέρω καλά πως η καθεμιά τους γίνεται… να ιδώ το χαμογέλιο σου - πως είναι όλα τους στο λογικό μου εδώ γραμμένα - να ιδώ τα χέρια σου ν’ απλώνονται σε μένανε να με αγκαλιάσουν… να ιδώ… να νιώσω το φίλημα σου…
Εδώ είμαι και καρτερώ, σε βλέπω, μη φύγης, στρέψε την όψη σου από δω… μη με αρνηθείς, θα ζήσω στην πιο άχαρη ζωή χωρίς εσένα.
Βλέπω μπροστά μου δροσερά λουλούδια ν’ ανθούν για μένα κι’ όμως δεν τα θέλω και δεν τα χαίρομαι.
Έλα εσύ και στρώσε με αγκάθια το δρόμο να πατήσω να χυθεί στάλα τη στάλα όλο μου το αίμα και να σβήσω μπροστά σου, μισημένη από σε τον ίδιο κι’ ίσως περιφρονημένη.
Μα δε γυρνάς καθόλου… ποιος να ξέρη σε τι ευτυχίας με σκέφτεσαι λιμάνι και δεν τολμάς… ποιος ξέρει πάλι αν έχει ξανανθίσει εσέ η καρδιά σου κι’ ολότελα με ξέχασες…
Εδώ είμαι και καρτερώ να στρέψης την όψη σου σε μένα… ρέει το δάκρυ απ’ τα φτωχά μου μάτια νύχτα-μέρα… Τριγύρω μου φαρμακερά θ’ ανθίσουν λουλούδια… θα υψωθούν να με ζώσουν και θα πνιγώ απ’ αυτά, πέρα κρυμμένη πάντα. Κι’ απ’ τα δικά σου μάτια… μείνε!




Το κείμενο είναι απόσπασμα από το ημερολόγιο της Μαρίας Πολυδούρη.

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Όλοι θέλουν λίγη αγάπη

Συρανό Ντε Μπερζεράκ


“ Όλη η ζωή μου είναι εκεί, σε μια στιγμή και μόνη. ”

Ο αμετανόητα ονειροπόλος και ρομαντικός Σαβινιάν Ντε Συρανό είναι ένας ταλαντούχος ποιητής, δεινός ξιφομάχος και υπερβολικά ερωτευμένος με την όμορφη Ρωξάνη. Η ιστορία αυτή φαντάζει σαν ένα όμορφο παραμύθι, στην πραγματικότητα όμως ο Συρανό έχει ένα έμφυτο σωματικό μειονέκτημα, την μεγάλη του μύτη, που τον εμποδίζει να εκφράσει τα συναισθήματα του στην αγαπημένη του. Έτσι, αποφασίζει να βοηθήσει τον φίλο του Κριστιάν να κερδίσει την καρδιά της Ρωξάνης δανείζοντας του την ποιητική αδεία και τους στίχους του.


“ Ναι, φίλε μου υποφέρω.

Να είμαι μόνος κι άσχημος… ”


Υπαρκτό πρόσωπο ο ίδιος γεννήθηκε το 1650 και πολλά χρόνια αργότερα, το 1898, ενέπνευσε τον Εντμόν Ροστάν να γράψει την ομώνυμη έμμετρη ηρωική κωμωδία “Συρανό Ντε Μπερζεράκ”. Το θεατρικό έργο ανέλπιστα κατέκτησε το κοινό της belle époque και μέχρι σήμερα έχει μεταφερθεί σε τηλεόραση και κινηματογράφο. Στις μέρες μας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας δραματουργίας.


“ Κάτω από ρόδινο ουρανό

Θα ήθελα να πεθάνω

Με μια πληγή κατάκαρδα

Να την απολαμβάνω. ”


Αυτό το χειμώνα ο “Συρανό Ντε Μπερζεράκ” ανεβαίνει από το Εθνικό Θέατρο για δεύτερη φορά μετά το 1948 σε σκηνοθεσία του Νίκου Καραθάνου. Η απόδοση του κειμένου στα ελληνικά σε έμμετρο δεκαπεντασύλλαβο έχει γίνει από την Λουίζα Μητσάκου, ενώ τα λιτά σκηνικά και τα μοντέρνα με στοιχεία εποχής κουστούμια έχει επιμεληθεί η Έλλη Παπαγεωργακοπούλου. Στην παράσταση συμμετέχουν είκοσι ένας ηθοποιοί -μεταξύ των οποίων ο εξαιρετικός Νίκος Καραθάνος ως Συρανό, η Λένα Κιτσοπούλου ως Ρωξάνη και ο Χρήστος Λούλης ως Κριστιάν- οι οποίοι δεν καλούνται μόνο να ερμηνεύσουν ρόλους αλλά χορεύουν και παίζουν διάφορα μουσικά όργανα επί σκηνής.


“ Άκουσε τώρα, φίλε μου. Απόψε, απ’ ό,τι είδα,

Θα φάμε ή θα πεθάνουμε. Θ’ αλλάξουμε σελίδα. ”


Το κείμενο εστιάζει στην αντίθεση του ήρωα στην κοινωνία της εποχής που κάνει διακρίσεις και απαξιώνει τους πολίτες της. Ο ίδιος ο Συρανό προτιμά να μένει στην αφάνεια, τηρώντας τα πιστεύω του παρά να αυτοπροβάλλεται ως ήρωας. Το έργο του Εντμόν Ροστάν είναι ένας ύμνος στον ανιδιοτελή έρωτα που δεν ζητά ανταπόκριση, μόνο πλήρωση μέσα από την ευτυχία του άλλου και θέτει το ερώτημα για το ποιο είναι τελικά το στοιχείο που ορίζει την πραγματική αγάπη, η εξωτερική εμφάνιση ή το μεγαλείο της ψυχής;


“ Έρωτας είναι, μάτια μου, έρωτας μανιασμένος!

Όμως χωρίς εγωισμό, μόνο λίγο θλιμμένος!

Την ευτυχία μου θα ‘δίνα εγώ για τη δική σου

Και ας μη μάθαινες ποτέ τίποτα στ ζωή σου!

Αρκεί μόνο από μακριά ν’ ακούω να γελάς,

Να ξέρω πως το γέλιο σου λίγο μου το χρωστάς! ”


Το “Συρανό Ντε Μπερζεράκ” είναι μια αρκετά ευχάριστη παράσταση με αρκετά κωμικά στοιχεία, χωρίς βέβαια να εκλείπουν οι δυνατές σκηνές και η συναισθηματικά φορτισμένες στιχομυθίες των ηρώων. Παράλληλα δεν κουράζει τον θεατή αφού προσφέρει ένα υπερθέαμα μουσικής και έντονης κίνησης επί σκηνής. Η σκηνογραφία είναι ιδιαίτερα έξυπνη –ο πόλεμος απεικονίζεται με τα σώματα των ηθοποιών να πάλλονται ανάμεσα σε στρώματα- και σε συνδυασμό με την εξίσου αριστοτεχνική σκηνοθεσία προσφέρουν ένα ιδιαίτερο θέαμα. Όπως χαρακτηρίστηκα λέει και ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής της παράστασης Νίκος Καραθάνος: “ Είναι μια παράσταση γι’ αυτούς που δεν μπορούν.”


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο www.fititis.gr

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

Επίσκεψη στην Αθήνα σε εικόνες


Θέα από Μουσείο Ακρόπολης




Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο




Μπλε Πολυκατοικία




Εξάρχεια




Αυτοσχέδιο Πάρκο στα Εξάρχεια




Ομόνοια




Ομόνοια




Μοναστηράκι




Μοναστηράκι




Σύνταγμα




Σύνταγμα




Ζάππειο




Ζάππειο

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Η πόλη πίσω από τα Χριστουγεννιάτικα φώτα


Αυτή τη νύχτα. Την πρώτη νύχτα του χρόνου, το τραπέζι αδειάζει νωρίς από ευχές και αγάπη. Η Βασιλόπιτα κομμένη στο τραπέζι, έχουν μείνει 4 κομμάτια και πασπαλισμένη ζάχαρη. Η οικογένεια γελά και παίζει χαρτιά πιο δίπλα. Σηκώνομαι αργά από το τραπέζι με το φλουρί χωμένο στη παλάμη μου. Είμαι εγώ η τυχερή για φέτος, όπως και πέρυσι. Ποτέ άλλοτε.

Κουρνιάζω κοντά στο παράθυρο. Έξω έχει κρύο, το καταλαβαίνω από την πάχνη στο τζάμι. Μια ώρα πριν υποδεχτήκαμε τη νέα χρονιά και τώρα τι;;; Κάνω όνειρα για το 2011 καθώς ακούω τα χαχανητά των δικών μου που παίζουν 31. Με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι πλέκω ιστορίες στο μυαλό μου. Άλλωστε απόψε βρίσκομαι στο Παγκράτι, απέναντι από τον "Μαγεμένο Αυλό", το στέκι του Μάνου Χατζιδάκι, όλα επιτρέπονται.

Τα αυτοκίνητα στην Βασ.Κωνσταντίνου σχίζουν τι σιωπή του Πρωτοχρονιάτικου βραδιού και τα φώτα των δρόμων...Στην απέναντι πολυκατοικία οι ένοικοι χορεύουν γύρω από το δέντρο και ανταλλάσσουν δώρα. Αυτή η πόλη ζει. Σφίγγω το φλουρί στο χέρι μου και κάνω μια πραγματική ευχή για τη νέα χρονιά, όχι σαν τις άλλες που τυπικά λέμε μεταξύ μας. Ο μετανάστης που περιμένει να περάσει το δρόμο με παρατηρεί από μακριά θλιμμένα.



Μπαίνοντας στη γιορτινή Αθήνα είδα με τα μάτια μου αυτό που όλοι σήμερα αποκαλούν γκέτο ναρκομανών και μεταναστών. Ακριβώς στο κέντρο της πόλης. Πρόσωπα μελανιασμένα, σκοτεινά, αλλιώτικα. Όσο και αν με τρομάζει αυτή η αλήθεια δεν αποστρέφω το βλέμμα. Αυτή η σύγχρονη πραγματικότητα μου ταιριάζει καλύτερα από τα ασφαλή ψέματα για παιδιά. Μεγάλωσα..

Αναρωτιέμαι τη συμβαίνει όταν σβήνουν τα φώτα. Με νουθετούν: Είναι αδύνατο να περπατήσεις μόνος στην Ομόνοια, την πλατεία Θεάτρου, την Αγ.Κωνσταντίνου όταν νυχτώσει. Το διαπιστώνω και μόνη από την ασφάλεια του ταξί. Αλλά είναι Πρωτοχρονιά και δεν καταλαβαίνω. Ύστερα κατηφορίζω στο Κέντρο. Η πόλη αυτή είναι διαφορετική από τις άλλες δύο που έχω μείνει. Ο κόσμος δεν νοιάζεται, σε προσπερνάει αδιάφορα. Όλοι βιάζονται να πάνε κάπου, ασφυκτιούν από την γεμάτη ρύπους ατμόσφαιρα. Σπάνια χαμογελούν, μα φαίνονται ευτυχισμένοι.



Τα ανθοπωλεία στο Σύνταγμα ομορφαίνουν την ατμόσφαιρα και μπροστά στο μνημείο του Άγνωστου στρατιώτη ακόμα και τώρα έχει τουρίστες που φωτογραφίζουν την αλλαγή της φρουράς. Εδώ ο κόσμος είναι παντού, όπως και η αστυνομία. Περιμένει να περάσει στον απέναντι πεζοδρόμιο και να ξεχυθεί στη Ερμού για τα τελευταία γιορτινά ψώνια. Τα δρομάκια είναι γραφικά. Οι βιαστικοί καταναλωτές τρώνε ένα πρόχειρο γεύμα στο πόδι και οι νέοι κατά παρέες κάθονται όπου βρουν στην πλατεία Μοναστηρακίου. Οι μικροπολιτές μοιάζουν κουρασμένοι. Σε μια στοά στην οδό Βουλής απολαμβάνω καφέ καλής ποιότητας ανάμεσα σε Αθηναίους διανοούμενους και hipster. Το ρολόι δείχνει 17:00μ.μ., 31 Δεκεμβρίου.

Τώρα μπροστά από το κλειστό παράθυρο τα σκέφτομαι όλα αυτά και ξεφυσάω. Από μέσα κάποιος φωνάζει πως τον κλέβουν στα χαρτιά και οι υπόλοιποι παραπονιούνται. Γελάω. Αύριο θα ξημερώσει και θα είναι 1 Ιανουαρίου και θα θυμάμαι εικόνες από το 2010 σαν παλιά ανάμνηση.



Εδώ μυρίζει Δακρυγόνα. Αυτά που κάνουν τα μάτια να τρέχουν και το λαιμό να καίει. Τα σπίτια είναι παλιά, οι κάδοι καμμένοι, οι τοίχοι βαμμένοι με γκράφιτι και συνθήματα. Η Θεμιστοκλέους είναι μικρότερη από όσο φάνταζε στην τηλεόραση. Όλα εδώ είναι μικρότερα, τα συναισθήματα, οι φόβοι, το αύριο. Προσπερνώ τα ξεραμένα λουλούδια και δεν κοιτάζω πίσω. Από ψηλά βλέπω την μπλε πολυκατοικία που φιλοξένησε καλλιτέχνες σε άλλους καιρούς. Λίγο αργότερα πίνω πράσινο τσάι στο floral και αγοράζω Dazed & confused. Χαζεύω τους κλειστούς εκδοτικούς οίκους σαν γνήσιος λάτρης της λογοτεχνίας. Μετά τα Εξάρχεια η Πατησίων, το Πολυτεχνείο και το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Από την άλλη πλευρά το απόκοσμο Κολωνάκι.

Η τέχνη. Η τέχνη εδώ είναι τρόπος ζωής. Υπάρχει παντού, στις μικρές γειτονιές, στους δρόμους, σε παλιά σπίτια, δημόσια κτήρια. Η Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου ένα αριστούργημα αρχιτεκτονικής και η παράσταση που είδαμε τόσο γλυκιά και μελαγχολική. Γιατί ο έρωτας είναι μια ιστορία χιλιοειπωμένη και τόσο γνώριμη. Από τα χείλη του Συρανό Ντε Μπερζεράκ του Εντμόν Ροστάν:

"Έρωτας είναι, μάτια μου, έρωτας μανιασμένος!
Όμως χωρίς εγωισμό, μόνο λίγο θλιμμένος!
Την ευτυχία μου θα 'δινα εγώ για τη δική σου
Και ας μη μάθαινες ποτέ τίποτα στη ζωή σου!
Αρκεί μόνο από μακριά ν' ακούω να γελάς,
Να ξέρω πως το γέλιο σου λίγο μου το χρωστάς!"



Θα κοιμηθώ απόψε κι όλα θα φαίνονται τόσο μακρινά γιατί τα φώτα της μεγαλούπολης θα σβήσουν. Οι γιορτές τελειώνουν σιγά-σιγά. Κι εγώ έφυγα. Κρατώ όμως το τυχερό φλουρί στο χέρι μου και αν βγει πραγματική η ευχή μου θα γυρίσω σύντομα να χτίσω τα δικά μου όνειρα...ανάμεσα σε άγνωστους.

Καλή Χρονιά!!