Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος..



Χριστουγεννιάτικη ιστορία



Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα...

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.

Μιχάλης Γκανάς-Γυάλινα Γιάννενα

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Το ξεχασμένο Χριστουγεννιάτικο δέντρο


Είναι το δέντρο που δεν στολίσαμε αυτά τα Χριστούγεννα.
Θέλεις από άποψη, βαρεμάρα, τεμπελιά.
Πάντως κανείς δεν ήθελε να το στολίσει.
Ούτε καν η μαμά που αγαπά τις γιορτές και λαχταρά να έρθουν.
Έφτιαξε κουραμπιέδες, μελομακάρονα και γιορτινά μπισκότα.
Έβαλε στεφάνι στην πόρτα.
Το κόκκινο βελούδινο τραπεζομάντιλο στην μεγάλη τραπεζαρία.
Τα γιορτινά κηροπήγια και κρέμασε την μεγάλη κάλτσα.
Αυτές που πάνε στο τζάκι, που δεν έχουμε.
Αλλά το δέντρο άφαντο.
Έμεινε πάνω στο πατάρι, σκονισμένο και μόνο.
Με τα φωτάκια και τις μπάλες για μοναδική συντροφιά.
Δεν το λυπάμαι.
Ποτέ δεν στόλισα δέντρο, βαριόμουν την όλη διαδικασία.
Απρόσμενα το σαλόνι δεν μοιάζει άδειο.
Κανείς δεν φαίνεται να λυπάται που λείπει.
Μάλλον νιώθουμε πιο ήσυχοι.
Έφυγε ένα βάρος από πάνω μας.

Το δέντρο που θυμάμαι τα τελευταία 20 χρόνια.
Το ξεχάσαμε.
Ίσως να μην χρειαστεί να κάνουμε και δώρα.
Που να τα βάλουμε;
Δεν πειράζει.
Του χρόνου βλέπουμε..

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

Η παραμυθένια πόλη

Θα 'χω να θυμάμαι, όταν περάσουν τα χρόνια, μια πόλη παραμηθένια.

Είναι Χριστούγεννα. Μόλις που άρχισε να σκοτεινιάζει, τα λαμπιόνια στους κεντρικούς δρόμους άναψαν. Τα δέντρα τρυγύρω από την πλατεία Γεωργίου ακολούθησαν. Ο κόσμος γύρω από την φάτνη άρχισε να πληθαίνει. Στέκομαι εκεί, στο κέντρο, ανάμεσα από τα δύο μεγάλα συντιβάνια, απέναντι από το θέατρο Απόλλων। Στον αέρα μυρίζουν κάστανα και γέλια παιδιών.



Εδώ που καταλήγουν κάθε φορά οι παρελάσεις του Καρναβαλιού. Που συγκεντρώνονται χιλιάδες μασκαράδες με σερμπαντίνες, καραμούζες και μαυροδάφνες στα χέρια. Σοκολάτες που αιωρούνται από το τελευταίο άρμα και μουσικές της μπάντας του δήμου που πλημμυρίζουν την ατμόσφαιρα. Η Καρναβαλική επιτροπή με τα περίεργα καπέλα, το παιχνίδι του κρυμμένου θυσαυρού, τα ντόμινο και ο βασιλιάς Καρνάβαλος να καίγεται στο Μόλο της Αγίου Νικολάου.



Τα θυμάμαι όλα από παιδί σαν να 'ταν χθες. Όταν δεν κατεβαίναμε στο κέντρο για να γιορτάσουμε τη λήξη του Καρναβαλιού μαζευόμασταν όλη η οικογένεια στην ταράτσα της πολυκατοικίας και χαζεύαμε από μακριά τα χρωματιστά πυροτεχνήματα, ψηλά-ψηλά στον ουρανό, που σημαίνουν το τέλος του Καρναβαλιού.



Κι ύστερα ξυπνούσα από γλυκά όνειρα και ατένιζα τον καθαρό ορίζοντα της πόλης. Απέναντι το κάστρο, το φρούριο της Πάτρας, εκεί ψηλά μπροστά από τα πεύκα του Τουριστικού. Κι ένας λευκός γάτος που κουρνιάζει στα πόδια του πρωταγωνιστή μιας παράστασης που κάποτε είδα στο υπαίθριο θέατρο του κάστρου και προκαλεί αμηχανία. Έμεινε εκεί μέχρι που έσβησαν τα φώτα και δεν μπορούσα πια να τον δω.



Μεγάλωσα και γύρω από το Ρωμαϊκό Ωδείο ο δρόμος άλλαξε, γέμισε από graffiti που ζωγράφισαν νέοι. Μόνο το Ωδείο στέκει εκεί, μέσα στην καφέ πέτρα και το μάρμαρο, περιφραγμένο, δεσποτικό। Και λίγο πιο κάτω η καμπάνα της Παντάνασσας που ακούγεται σε όλη την πόλη.

Οι δρόμοι που αλωνίσαμε σαν σχολιαρόπαιδα και σαν έφηβοι. Στην πόλη που η καρδιά για πρώτη φορά σκίρτησε μέσα από ματιές και βλέμματα αυθόρμητα, πειράγματα και αθώα λόγια. Μόλις στα δεκαπέντε. Κι μια ξεχασμένη αφιέρωση στο πίσω μέρος της Λογοτεχνίας της Γ' Λυκείου:



Το γέλιο να 'ναι αβίαστο

Η θέρμη στην καρδιά σου προσφορά

Το άγγιγμα δώρο ψυχής

Τα μάτια πάθος

Έτσι να 'σαι...




Η ιστορία της Πάτρας μοιάζει με ένα παλιό παραμύθι. Η πόλη που άκμασε με την παραγωγή σταφίδας, παρήκμασε και αναγεννήθηκε σε σύγχρονα πρότυπα. Η όμορφη παλιά ιστορία της Αθηνάς Κακούρη για την Πάτρα, τα Πριμαρόλια που με γυρνούν πίσω στο χρόνο και ταξιδεύω στους δρόμους του μυθιστορήματος, ξεπατικώνω σκηνές και ακολουθώ τους ήρωες σε διάφορες μεριές της πόλης. Δακρύζω και ζω πρωτόγνωρα συναισθήματα.





Και οι μουσικές που ντύνω τα βράδια που μελαγχολώ μακριά από φίλους, οικογένεια και αναμνήσεις είναι μελωδίες που διασκέβασε ο Vassilikos στο Vintage, αυτός ο εξαίρετος Πατρινός ρομαντικός μουσικός. Όμως οι ρομαντικοί της πόλης είτε χάθηκαν ή την εγκατέλειψαν για να αναζητήσουν αλλού έμπνευση και ταυτότητα.



Εδώ στο κέντρο της πόλης στο σήμερα που ξημέρωσε χωρίς να το καταλάβω και τα γιορτινά φώτα έσβησαν πάλι. Ο κόσμος σώπασε και είναι ακόμα νωρίς. Μονάχα οι γλάροι ταξιδεύουν στον ουρανό προς τα νότια. Θα έχει κακοκαιρία ανοιχτά στο πέλαγο. Και τα καράβια που φεύγουν ή γυρνούν από Ιταλία δεν θα 'χουν συντροφιά παρά μόνο τα κύματα. Στο παλιό λιμάνι που επεκτείνεται σιγά-σιγά θυμάμαι εμένα να υποδέχεται τη θεία Σοφία από το Μπάρι. Να χαμογελώ και να τιτιβίζω καθώς πιάνουμε λιμάνι με τον "Ερωτόκριτο" ή την "Αρετούσα" στα δικά μας ταξίδια στην Ιταλία, εκείνα τα καλοκαιρινά Σαββατοκύριακα των δέκα μου χρόνων.



Τα χρόνια πέρασαν και άλλαξα πολύ. Έφυγα από την Πάτρα για να ζήσω στα βόρια. Κράτησα όμως αυτή την παλιά εικόνα του κυματοθραύστη. Κάθε φορά που διασχίζω τη μαρίνα, έρχονται στη μνήμη μου τα κύματα να σκάνε πάνω στον κυματοθραύστη και το καλοκαίρι τα παιδιά να περνούν απέναντι με το μικρό καϊκι να ονειροπολούν, να διαβάζουν ποίηση, να βουτούν στα ανοιχτά, να ζούν το τότε της Πάτρας.

Η Πάτρα εξελίσσεται, τα καράβια συνεχίζουν να μπαινοβγαίνουν στο Λιμάνι από και προς Ιταλία αλλά εγώ δεν μένω πια εδώ.